Stories

 

 

ΓΡΑΨΤΕ ΤΟ

Έκλεισε με αργές, βαριεστημένες κινήσεις την ροζ ρόμπα της. Εκοίταξε την άσπρη, λεπτή, φουρό δαντέλα γυρώ που το κολάρο εντοπίζοντας μια κίτρινη τάτσα. Έφερε τη μύτη της κοντά. «Μουστάρδα» σκέφτηκε. Άνοιξε το στόμα τζιαι άρχισε να ρουφά προσεκτικά την δαντέλα. Όταν ετέλειωσε, η τάτσα ήταν ακόμα τζιαμε. Έτριψε την τάτσα με το εσωτερικό του καρπού της τζιαι εσκέφτηκε «Σάννα τζιαι εννα με δει κανένας.»

Η ΛΕΣΧΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

Τούτο εν απόσπασμα που ένα κείμενο, γεννημένο σε μια συνάντηση της Λέσχης Δημιουργικής Γραφής στο WriteCy. Στην συνέχεια του, το κείμενο μιλά για μια Barbie, σε βαθιά κατάθλιψη, που προσπαθεί να ξεπεράσει τον χωρισμό της με τον Κεν.

Ποια ήταν η έμπνευση πίσω που τούτο το κείμενο;

Μια που τες πολλές παρακινήσεις συγγραφής (writing prompts), που διατίθενται στο γκρουπ σε κάθε συνάντηση της λέσχης. Η συγκεκριμένη είχε τίτλο «Η Barbie πέφτει σε βαθιά κατάθλιψη».

Στες μέχρι τώρα 12 συναντήσεις της λέσχης, υπήρξαν πολλές παρακινήσεις συγγραφής. Άλλες απλές τζιαι άλλες περίεργες εώς παρανοικές.

Παραδείγματα που άφησαν εποχή, είναι «Ο τελευταίος άνθρωπος πάνω στον πλανήτη, ακούει την πόρτα να κτυπά», «Μια ιστορία για το σέξ σε 300 λέξεις», «Ο Χίτλερ δεν υπήρξε ποτέ», «Είμαι η Εύα, να φάω το μήλο;», «Συγγνώμη, είπε και έβαλε το χέρι του στην τσέπη.»

Μέσα που κάθε παρακίνηση, γεννιέται κάθε φορά που τον καθένα μας, μια ξεχωριστή ιστορία. Η παρακίνηση εν τζιαμέ για να μας ανάψει τη φλόγα, να μας εμπνεύσει. Που τζιαμέ τζιαι τζεί, εμείς πιάννουμε το μολύβι μας τζιαι κάμνουμε τες σκέψεις, κείμενο.

Κάθε φορά κάποιος γράφει τες παρακινήσεις. Κάποιος γοράζει σοκολατούες. Ενίοτε κάποιος φέρνει τζιαι ένα μπουκάλι κρασί. Καθούμαστε γυρώ που ένα τραπέζι για 3 ώρες, χωρίς διακοπή, χωρίς παρεμβολές, χωρίς σιονούθκια τζιαι κατσιαρισμούς.

Που τζιαμέ γεννιούνται κείμενα. Άλλα αστεία, άλλα λυπητερά. Άλλα τελειωμένα, άλλα ατέλειωτα. Ούλλα όμως, όμορφα τζιαι σημαντικά για τον άνθρωπο που τα γράφει τζιαι που τα μοιράζεται με τους υπόλοιπους.

Τρείς ώρες έκφρασης, δημιουργίας, ηρεμίας τζιαι αποκόλλησης που την καθημερινότητα.

Η Λέσχη Δημιουργικής Γραφής είναι ένας ασφαλής χώρος για οποιονδήποτε γράφει ή θέλει να ξεκινήσει να γράφει. Αποτελείται από καθημερινούς ανθρώπους, που τους αρέσκει το γράψιμο. Τίποτε παραπάνω, τίποτε λλιότερο. Απλοί άνθρωποι, που δημιουργούν μέσα που μια ιδέα, ένα κομμάτι χαρτί τζιαι ένα μολύβι.

Δεν χρειάζεται τίποτε άλλο για να εκφραστείς. Πίστεψε με, θα εκπλαγείς με το τι μπορείς να κάμεις άμα δώσεις μια ευκαιρία στον εαυτό σου να ανοιχτεί τζιαι να πλάσει τες σκέψεις σε προτάσεις τζιαι τες προτάσεις σε παραγράφους.

Η Λέσχη είναι ανοικτή για όλους, ανεξαιρέτως. Συναθροίζεται στον χώρο του WriteCy, δύο φορές το μήνα. Ο συντονισμός γίνεται μέσα από email και από γκρουπ στο Facebook.

Εάν επιθυμείτε να συμμετέχετε δεν έχετε παρά να επικοινωνήσετε στο stavrinos@gmail.com.

Αν δεν σας έπεισα με το πιο πάνω κείμενο, θκιαβάστε την συνέχεια του «Η Barbie πέφτει σε βαθιά κατάθλιψη» τζιαι σίουρα θα αλλάξετε γνώμη.

ΣΤΑΥΡΙΝΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ


Η BARBIE ΠΕΦΤΕΙ ΣΕ ΒΑΘΙΑ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Έπιασε προσεκτικά το χότ-ντόγκ που είσιε ξεχασμένο σε ένα πιάτο στον καναπέ. Η ξεραμένη κέτσαπ γυρώ που το ψωμί, εφανέρωνε ότι το φαΐ πρέπει να ήταν τζιαμε ώρες πριν.

Ο χρόνος όμως, είσιε σταματήσει να εν σημαντικός για την Barbie, εδώ τζιαι αρκετό τζιαιρό. Καθισμένη στον καναπέ, έμπηξε το τελευταίο κομμάτι φαγητού στο στόμα της τζιαι αφού έγλυψε τα δάκτυλα της, άλλαξε κανάλι.

Το φως της οθόνης, εχρωμάτιζε το πρόσωπο της με διαφορετικά χρώματα, σε κάθε αλλαγή καναλιού. Οι ήχοι που τα μεγάφωνα, αντηχούσαν σαν ιαχές δαιμονισμένου πλήθους στο δωμάτιο. Σαν χαλασμένος δίσκος του πικάπ που πηδά στο επόμενο τραγούδι πριν τελειώσει καλά, καλά το προηγούμενο.

Στη μια καρέκλα, δίπλα της, στοιβαγμένα ρούχα που περιμένουν κάποιο να τα πλύνει. Ενώ σε μια αναπαυτική, ο κάττος της να γουργουρίζει μισοκοιμισμένος, περιμένοντας να έρθει η ώρα του βραδινού. Κάπου στο πάτωμα, αραδιασμένα αντικείμενα τζιαι σκουπίθκια.

Ένα τενεκούι Vimto, ένα σακουλάκι μισοτελειωμένα τσιπς, παιγνίδια του κάττου τζιαι ένα ροζ, ψηλοτάκουνο γοβάκι που το ταίρι του αγνοείτε κάπου στο χάος που επικρατεί στο υπόλοιπο σπίτι. Εκατέληξε να βλέπει μια εκπομπή τελεμάρκετιγκ.
Μια καλογυμνασμένη γκόμενα, επροβάρισκε ένα σέξι φόρεμα. Στην επόμενη σκηνή, επερίμενε την μια λαμποργκίνι κούρσα με ένα γκόμενο στην θέση του οδηγού. «Τον τζιαιρό που ήμουν εγώ έτσι, εσύ ήσουν αγέννητη» είπε που μέσα της. Παράλληλα, έσφιξε με τες φούχτες της το λίπος γυρώ που την τζοιλιά της τζιαι εχάιδεψε τους ταλαιπωρημένους που την κυτταρίτιδα γλουτούς της. Έφερε τα πόδια της πάνω στον καναπέ τζιαι εξάπλωσε πλάγια.

Τα μαλλιά της, απεριποίητα. Μαύρες τζιαι άσπρες ρίζες, αχτένιστα, λαδωμένα τζιαι άλουτα. Πιασμένα, όπως, όπως κότσο πάνω που το κεφάλι. Κατακόκκινα μάτια με μαύρες σακούλες που κάτω, γεμάτες δάκρυα.

Έμεινε ακίνητη για λλίη ώρα, βλέποντας ένα τύπο να κολλά ένα μηχάνημά στην κοιλιά του. Να ξαπλώνει στον καναπέ του, διαβάζοντας, ενώ το μηχάνημά να αγκομαχά τζιαι να πάλλετε σαν το κάγκο, που προσπαθεί να του σκαλίσει κοιλιακούς. Τα μαύρα του, καλοχτενισμένα μαλλιά τζιαι τα μυώδη του μπράτσα, εθυμίζαν της άλλες εποχές.

Τότε που κάθε μέρα εφόρεν άλλο φόρεμα, τζιαι έμενε σε διαφορετικό σπίτι. Μια μέρα πριγκίπισσα, μια μέρα γοργόνα, άλλη μέρα μοντέλο, άλλη μέρα ηθοποιός. Η Barbie μιας άλλης εποχής.

Τωρά απλά αλλάζει εσώρουχα κάθε τρείς μέρες τζιαι περιμένει την ξεφτισμένη της ρόμπα να πλυθεί, μια φορά την εβδομάδα, για να την ξαναφορέσει. Τα κιλά, στοιβάζονται ένα, ένα πάνω της, σαν τα τούβλα του τοίχου που κτίζει γυρώ της για να κρυφτεί.

Έκλεισε την τηλεόραση. Έππεσε μπρούμητα στα μαξιλάρια του καναπέ. Για λίγο ησυχία, ώσπου σιγά, σιγά το κλάμα της έγλιασε μες το δωμάτιο. Σαν την κουφή που γλιάζει σε φωλιά ππαλαζουθκιών. Σταθερά, το κλάμα έγινε λυγμός, τζιαι εβρέθηκε να νεκαλιέται πάνω στον καναπέ, τρυπώντας έτσι την μονότονη, καταθλιπτική φασαρία της τηλεόρασης.

Μέσα που τα κλάματα της άρχισε να ψελλίζει. «Γιατί..γιατί..γιατί ρε Κέν..αχ…θεέ μου..»

Έκλαψε, ώσπου να νυστάξει. Τζιαι λλίο πριν την πάρει ο ύπνος, έκλαψε τζιάλλο. Ώσπου η γλύκα του ύπνου ήρτεν να την γλυτώσει που την μιζέρια της. Εγύρισε πλευρό τζιαι μέσα στην έκσταση της, έκλασε διακεκομμένα. Εσκέπασε τα πόδια της με μια βρώμικη κουβέρτα, τζιαι άρχισε να ροχαλίζει.